
Τόκυο. Ακουμπημένος στο Φούτζι φιλοσόφησα. Φοβόμουνα, η Αθήνα δύο στήθη γυμνά προέτασσε στον πάμπτωχο εισβολέα. Στο ένα ρώγα μαρμάρινη, λευκό του γύψου στο άλλο. Φοβόμουνα, η Λευκωσία, αχ μικροπόλη, στο αριστερό χέρι ακρωτηριασμένη, χωρίς τα πέντε δάκτυλα έντρομη τον ιδρώτα καθαρίζεις. Ζηλεύεις, το Οβιέδο στη σκιά του δικού του βουνού ελεύθερο ζηλεύεις. Τα βουνά σας πόλεις σκίστε. Περάστε από την άλλη. Περικυκλώστε τα. Γιατί στου Σαντιάγο τον πανύψηλο σκόνταψα φρουρό, σαν έτρεχα τεράστιος τα σενάριά σας να ξεφύγω. Γιατί στο Μόντε Κάρλο κατηφόριζαν τα μυστικά μου Παλαιστίνια χρόνια. Φοβόμουνα κι εσένα Ρίο, βυθισμένο στα βουνά σου εμένα χόρευες, για χρόνια. |