Νέες Οδηγίες #71 Κλαίγοντας στον Καναπέ 2
Μισοβυθισμένος στον κίτρινο καναπέ, ανασηκώνομαι.
Ελαφρά, αμυδρά δόνηση.
Για ένα δευτερόλεπτο.
Ζαππάρω στην ΤιΒι, τι έγινε να δω.
Βυθίζομαι ξανά, σύγκορμα τρεμάμενος.
Έκρηξη στη ναυτική βάση και ρήξη στον ηλεκτροπαραγωγικό.
Πυρκαγιά,
Εμπορευματοκιβώτια,
Πυρίτιδα,
Κύμα ωστικό,
Κρατήρας,
Μισογκρεμισμένο χωριό.
Όλα επιγραμματικά, μέσα στην άφθονη σκόνη οι εικόνες σαφείς.
Θύματα;
Θέλω να σηκωθώ.
Θύματα;
Στρατόπεδο,
στρατευμένα παιδιά, νεαρά αμούστακα αγόρια,
φόβος για νεκρούς,
γιατί φοβάμαι; Είμαι εδώ.
Θέλω να σηκωθώ.
Θέλω να πάρω το αμάξι από το πάρκινγκ και να τρέξω να δω.
Να δω τι;
Τελείωσε.
Να βοηθήσω.
Να κάνω τι;
Δεν είμαι νοσοκόμος.
Δεν είμαι πυροσβέστης.
Δεν γνωρίζω τίποτα.
Να πάω, ναι. Να ρωτήσω τι έγινε.
Περιέργεια;
Ένα δάκρυ συγκίνησης κυλάει στο μάγουλό μου.
Ανακοινώνεται ο πρώτος πιθανός αριθμός νεκρών και τραυματίων.
Είναι πολλοί.
Με πλακώνει ένα βάρος στο στήθος.
Με κάθε ανακοίνωση με καταπλακώνει ένα νέο κύμα ωστικό.
Με κάθε νέα εικόνα τα μάτια μου βουρκώνουν ξανά,
με κάθε δήλωση μάρτυρα τα μάγουλά μου μουδιάζουν βαριά.
Ο Μέγας Παθητικός Πονεμένος.
www.passivepainvernacular.com
Γελάω με την κατάντια μου αυτή την τραγική.
Ξαφνικά ακούω τη στεντόρεια, μιας μάνας Επιδαυρική φωνή,
«Να καείτε όλοι στην κόλαση!!!!!!! Μου πήρατε το μονάκριβό μου!!!!! Γιατίιιιιιιιι;;;;;;;»
Κοιτάω στην οθόνη, εικόνες τέτοιες δεν έχει, μα πώς...
Σηκώνομαι και στο παράθυρο πάω,
κοιτάω έξω,
δεν υπάρχει στο δρόμο κανείς.
Από πού ήρθε αυτή η φωνή;
Ξαναβυθίζομαι στον καναπέ, έντρομος.
Πότε προλάβανε οι Ερινύες,
πότε σιμώσανε τα κοράκια της οργής,
πώς σκεπάστηκε ο ουρανός με θειάφι και μυρωδιές από πτώματα;
Δώδεκα μόνο, πώς έγιναν στο μυαλό μου χιλιάδες, εκατομμύρια οι νεκροί;
Πόσο βάρος έχει η ανθρώπινη ζωή άμα φύγει νωρίς και δεν φταίει;
Θέλω να σηκωθώ.
Θέλω να πάω να αγκαλιάσω μανάδες κι αδέλφια, στα μάτια να κοιτάξω πατεράδες,
να τους πω,
«Φταίω εγώ»
Φταίω εγώ, γιατί κλαίω στον καναπέ,
φταίω γιατί κόλλησα εδώ.
Πόσο βάρος θα έχει τότε η δική μου ψυχή;
Και πάνω που το συνειδητοποιώ το βάθος της δικής μου ευθύνης
μας κόβουν το ηλεκτρικό.
Σβήνει το κλιματιστικό.
Σβήνει η ΤιΒι.
Ησυχία απόλυτη επικρατεί στη μικρή μου πόλη.
Ακούω τη μαλαφουτιασμένη μου καρδιά να κτυπά, αργά,
με το βόμβο της αβεβαιότητας,
σβήνει και το ψυγείο.
Μένω ακίνητος στον καναπέ για ώρες.
Βλέπω στη σβησμένη Τιβι τις εικόνες που τρέχουν,
τις ειδήσεις που θα έβλεπα,
τους διαλόγους ανάμεσα στους πολιτικούς
και τις ερωτήσεις από τους δημοσιογράφους που θα γίνονταν,
για τα κρυμμένα φταιξίματα, τις αυτονόητες ευθύνες.
Επανέρχομαι,
θέλω να πάω στο ψυγείο να πάρω κάτι να φάω,
πείνασα με την τόση περισυλλογή.
Δεν πάω,
ακούω τον πάγο μέσα στο ψυγείο που λειώνει και κυλάει στο ζεστό πλαστικό,
ακούω τη σήψη των κρεάτων και των φρούτων που ελαύνει.
Θέλω να μιλήσω,
μα δεν πιάνω τηλέφωνο κανένα φίλο για να σχολιάσω.
Σηκώνομαι και πάω γυμναστήριο.
Θα μάθω τι έγινε, λέω.
Θα μας πουν.
Θα μας λένε και θα μαθαίνω κάθε φορά,
-μέχρις ώτου θα είναι η σειρά μου-
Ιούλιο κι αν φύγω μακριά, η Νήσος θα με περιμένει.








Cyprus




